Τον Μάιο του 2026 το American College of Cardiology (ACC) και η American Heart Association (AHA), μαζί με άλλους επιστημονικούς φορείς, δημοσίευσαν νέες οδηγίες για τη διαχείριση των λιπιδίων του αίματος. Οι οδηγίες αυτές αντικαθιστούν τις οδηγίες του 2018 για τη χοληστερόλη. Στόχος τους είναι η πρόληψη της αθηροσκληρωτικής καρδιαγγειακής νόσου, δηλαδή του εμφράγματος, του αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου και της περιφερικής αρτηριοπάθειας.
Από τη «χοληστερόλη» στη «δυσλιπιδαιμία»
Η πρώτη αλλαγή είναι στην ορολογία. Ο όρος «χοληστερόλη αίματος» αντικαθίσταται από τον ευρύτερο όρο «δυσλιπιδαιμία». Ο λόγος είναι ότι στη δημιουργία αθηροσκλήρωσης δεν συμβάλλει μόνο η LDL («κακή» χοληστερόλη). Συμβάλλουν επίσης τα υπολείμματα των πλούσιων σε τριγλυκερίδια λιποπρωτεϊνών, η λιποπρωτεΐνη(α) [Lp(a)] και γενικότερα όλα τα σωματίδια που περιέχουν απολιποπρωτεΐνη Β (apoB). Γι’ αυτό οι νέες οδηγίες καλύπτουν και την υπερτριγλυκεριδαιμία και την αυξημένη Lp(a).
Έμφαση στον κίνδυνο όλης της ζωής
Μέχρι σήμερα η απόφαση για θεραπεία βασιζόταν κυρίως στον κίνδυνο της επόμενης δεκαετίας. Οι νέες οδηγίες δίνουν βάρος στον συνολικό κίνδυνο της ζωής: όσο περισσότερα χρόνια εκτίθενται οι αρτηρίες σε αυξημένα λιπίδια, τόσο μεγαλύτερη είναι η βλάβη. Για τον λόγο αυτό η συμβουλευτική για τον τρόπο ζωής πρέπει να ξεκινά από την παιδική ηλικία. Η φαρμακευτική αγωγή εξετάζεται νωρίς σε νέους με οικογενή υπερχοληστερολαιμία, καθώς και σε νεαρούς ενήλικες με LDL ≥160 mg/dL ή ισχυρό οικογενειακό ιστορικό καρδιαγγειακής νόσου.
Πότε πρέπει να ελέγχουμε τα λιπίδια
Ο έλεγχος λιπιδίων συνιστάται σε όλους τους ενήλικες από την ηλικία των 19 ετών και τουλάχιστον κάθε πέντε χρόνια. Όσοι έχουν επιπλέον παράγοντες κινδύνου χρειάζονται συχνότερο έλεγχο. Στα παιδιά 9 έως 11 ετών που δεν έχουν ελεγχθεί ποτέ συνιστάται μία μέτρηση, ώστε να εντοπιστεί έγκαιρα η οικογενής υπερχοληστερολαιμία. Η αυξημένη χοληστερόλη στην παιδική ηλικία συνδέεται με πρώιμη αθηροσκλήρωση και αυξημένο κίνδυνο στη μέση ηλικία.
Η Lp(a) πρέπει πλέον να μετρηθεί τουλάχιστον μία φορά σε κάθε ενήλικα. Τιμές ≥125 nmol/L (ή ≥50 mg/dL) θεωρούνται παράγοντας που αυξάνει τον κίνδυνο περίπου 1,4 φορές. Τιμές ≥250 nmol/L (ή ≥100 mg/dL) τουλάχιστον τον διπλασιάζουν. Όσοι έχουν αυξημένη Lp(a) χρειάζονται αυστηρό και έγκαιρο έλεγχο όλων των άλλων παραγόντων κινδύνου.
Σε ασθενείς που ήδη λαμβάνουν θεραπεία, ιδιαίτερα με διαβήτη τύπου 2, αυξημένα τριγλυκερίδια ή εγκατεστημένη καρδιαγγειακή νόσο, η μέτρηση της apoB μπορεί να αποκαλύψει υπολειπόμενο κίνδυνο που δεν φαίνεται στο κλασικό λιπιδαιμικό προφίλ.
Όταν η απόφαση για έναρξη θεραπείας είναι αμφίβολη, το score ασβεστίου των στεφανιαίων αρτηριών (CAC) βοηθά στην απόφαση, ιδιαίτερα σε άτομα ενδιάμεσου κινδύνου.
Οι στόχοι επιστρέφουν
Οι νέες οδηγίες επαναφέρουν συγκεκριμένους αριθμητικούς στόχους για την LDL και τη non-HDL χοληστερόλη, ανάλογα με τον κίνδυνο του κάθε ασθενούς. Παράλληλα παραμένει σημαντική και η ποσοστιαία μείωση της LDL.
Σε άτομα χαμηλού κινδύνου με LDL κάτω από 160 mg/dL αρκούν συνήθως οι αλλαγές στον τρόπο ζωής. Αν η LDL είναι 160 έως 189 mg/dL ή ο κίνδυνος 30ετίας ξεπερνά το 10%, μια στατίνη μέτριας έντασης είναι λογική επιλογή.
Σε άτομα ενδιάμεσου κινδύνου συνιστάται στατίνη τουλάχιστον μέτριας έντασης. Σε άτομα υψηλού κινδύνου συνιστάται στατίνη υψηλής έντασης, με μείωση της LDL κατά 50% και στόχο LDL <70 mg/dL και non-HDL <100 mg/dL.
Σε διαβητικούς 40 έως 75 ετών χωρίς καρδιαγγειακή νόσο ο στόχος είναι LDL <100 mg/dL. Αν συνυπάρχουν πολλοί παράγοντες κινδύνου, ο στόχος γίνεται LDL <70 mg/dL.
Όταν το score ασβεστίου είναι 100 έως 299, ο στόχος είναι LDL <70 mg/dL. Από 300 έως 999 απαιτείται επιπλέον μείωση της LDL κατά τουλάχιστον 50%. Με score ≥1000 ο στόχος γίνεται LDL <55 mg/dL.
Σε ασθενείς με εγκατεστημένη καρδιαγγειακή νόσο ο στόχος είναι LDL <70 mg/dL. Σε όσους βρίσκονται σε πολύ υψηλό κίνδυνο ο στόχος γίνεται LDL <55 mg/dL και non-HDL <85 mg/dL.
Θεραπευτικές επιλογές
Οι στατίνες παραμένουν η βάση της θεραπείας. Όταν οι στόχοι δεν επιτυγχάνονται με τη μέγιστη ανεκτή δόση, προστίθενται η εζετιμίμπη ή τα μονοκλωνικά αντισώματα έναντι της PCSK9. Σε επιλεγμένους ασθενείς χρησιμοποιούνται επίσης το βεμπεδοϊκό οξύ και η ινκλισιράνη. Σε ασθενείς με καρδιαγγειακή νόσο και αυξημένη Lp(a) που δεν πετυχαίνουν τους στόχους τους συνιστάται η προσθήκη αναστολέα PCSK9.
Τα αυξημένα τριγλυκερίδια αντιμετωπίζονται τόσο ως παράγοντας καρδιαγγειακού κινδύνου όσο και ως αιτία παγκρεατίτιδας, ιδιαίτερα όταν ξεπερνούν τα 1000 mg/dL. Στο σπάνιο σύνδρομο οικογενούς χυλομικροναιμίας συνιστάται το ολεζαρσέν, σε συνδυασμό με δίαιτα.
Συμπληρώματα διατροφής: δεν συνιστώνται
Οι οδηγίες δεν συνιστούν συμπληρώματα διατροφής για τη μείωση της χοληστερόλης ή των τριγλυκεριδίων. Τα δεδομένα για την αποτελεσματικότητά τους είναι περιορισμένα και αντιφατικά, και δεν έχει αποδειχθεί ότι μειώνουν τον καρδιαγγειακό κίνδυνο.
Μια θεραπεία για όλη τη ζωή
Η αγωγή για τη δυσλιπιδαιμία είναι συνήθως μακροχρόνια ή και ισόβια. Γι’ αυτό οι οδηγίες τονίζουν την κοινή απόφαση γιατρού και ασθενούς, τη σωστή ενημέρωση και τη συνέπεια στη θεραπεία. Αν δεν έχετε ελέγξει πρόσφατα τα λιπίδια σας ή δεν έχετε μετρήσει ποτέ την Lp(a), συζητήστε το με τον καρδιολόγο σας.
Πηγή: Blumenthal RS, Morris PB, Gaudino M, et al. 2026 ACC/AHA Guideline on the Management of Dyslipidemia. J Am Coll Cardiol. 2026.